Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2006

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Είκοσι αιώνες πριν, ο σταυρός ήταν το αποκρουστικό όργανο ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου. Οί Ρωμαίοι, συνήθιζαν να καταδικάζουν στην ποινή της σταυρώσεως τους πιο μεγάλους εγκληματίες.
Σήμερα ό σταυρός κυριαρχεί σ' ολόκληρη τη ζωή των πιστών χριστιανών, σ' ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, ως όργανο θυσίας, σωτηρίας, χαράς, αγιασμού και χάριτος. «Αυτό το καταραμένο και αποτρόπαιο σύμβολο της χειρότερης τιμωρίας, τώρα έχει γίνει ποθητό και αξιαγάπητο». Παντού το βλέπεις. «Στην Αγία Τράπεζα, στίς χειροτονίες των ιερωμένων, στη Θεία λειτουργία, στα σπίτια, στις αγορές, στις ερημιές και στους δρόμους, στις θάλασσες, στα πλοία και στα νησιά, στα κρεβάτια και στα ενδύματα στους γάμους, στα συμπόσια, στα χρυσά και τ' ασημένια σκεύη, στα κοσμήματα και στις τοιχογραφίες... Τόσο περιπόθητο σ' όλους έγινε το θαυμαστό αυτό δώρο, ή ανέκφραστη αυτή χάρη», γράφει ό Ιωάννης ο Χρυσόστομος,
Πράγματι, όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από τους χριστιανικούς ναούς, θα δει το σημείο του σταυρού ως ορατό, σχηματικό σύμβολο, αλλά και σαν ιερή χειρονομία. Το σημείο του σταυρού δεσπόζει στη ζωή της Εκκλησίας.
Γιατί όμως;
Γιατί από τότε πού πάνω στο σταυρό καρφώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία του κόσμου ο ίδιος ο Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, το όργανο αυτό της τιμωρίας έγινε όργανο σωτηρίας. «... Ού γαρ έτι καταδίκης εστί τιμωρία, αλλά τρόπαιον έδείχθη ήμίν σωτηρίας», λέει ένα τροπάριο.
Το αντικείμενο της αισχύνης έγινε ή δόξα της Εκκλησίας. Το σύμβολο της φρίκης και της κατάρας, έγινε «αράς της αρχαίας λύτρον». Το ξύλο της οδύνης και του θανάτου, έγινε «χαράς σημείον» και «ζωής ταμείον». Και όλ' αυτά επειδή πάνω στο ξύλο του σταυρού, μαζί με το πανάχραντο σώμα Του, ο Κύριος κάρφωσε και τίς αμαρτίες μας. Μας χάρισε «πάντα τα παραπτώματα, έξαλείψας το καθ' ημών χειρόγραφον... προσηλώσας αυτό εν τω σταυρώ».
Ό σταυρός του Χριστού μας συμφιλίωσε με τον ουράνιο Πατέρα, από τον οποίο μας είχε χωρίσει ό διάβολος, εξαπατώντας τους προπάτορες, τον Αδάμ και την Εύα. Ό σταυρός του Χριστού άνοιξε για μας, τους ανθρώπους, τη Βασιλεία των ουρανών. Γι' αυτό έχει τόση δύναμη και χάρη. Έχει τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού, που, όταν σταυρώθηκε, καθαγίασε με τρόπο μυστικό και ακατάληπτο τον τίμιο σταυρό Του, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υμνολογία της Εκκλησίας: «Ό σταυρός σου, Χριστέ, ει καί ξύλον όραται τη ουσία, αλλά θείαν περιβέθληται δυναστείαν καί αισθητώς τώ κόσμω φαινόμενος, νοητώς την ημών θαυματουργήν σωτηρίαν...».
Ό σταυρός λοιπόν έγινε το σύμβολο του Χριστού. Σύμβολο πού τρέμουν οι δαίμονες και τα πονηρά πνεύματα.
Γιατί όμως υπάρχουν άνθρωποι πού αρνούνται, αποστρέφονται και ατιμάζουν το σταυρό;
Πράγματι, υπάρχουν αιρετικοί που είναι «εχθροί του σταυρού». Ό σταυρός, λένε, είναι όργανο εγκλήματος, και αποτελεί ειδωλολατρεία ή απόδοση σ' αυτόν τιμής. Υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι μάλιστα υποστηρίζουν, πώς ή αρχαία Εκκλησία δεν χρησιμοποιούσε το σημείο του σταυρού.
Ή άποψη αυτή είναι λαθεμένη και βασίζεται στην πλάνη.
Έτσι, η Εκκλησία δεν τιμά το σταυρό σαν ένα τυχαίο γεωμετρικό σχήμα, επειδή η τιμή προς το σημείο του σταυρού έχει την αρχή της στους αποστολικούς ήδη χρόνους. Ο Θεός, φανέρωσε με υπερφυσικά γεγονότα, σε διάφορες περιπτώσεις και εποχές, ότι ο σταυρός αποτελεί το σύμβολο Του και ας μη λησμονούμε, οτι με το σημείο του σταυρού έγιναν και γίνονται εξαίσια θαύματα.
Ή Εκκλησία, δεν τιμά το σταυρό αυτό καθεαυτό, σαν απλό σχήμα, αποδεσμευμένο από τον εσταυρωμένο Κύριο. Αυτό θα ήταν πράγματι ειδωλολατρία. Άλλα τον τιμά σαν το σύμβολο της μεγάλης θυσίας του Χριστού, από την οποία απορρέει η χάρη, ο αγιασμός καί ή σωτηρία του ανθρώπου. Τον ασπάζεται και τον προσκυνά σαν το σημείο του Υιού του Ανθρώπου (Ματθ. 24, 30), πού έχει προσλάβει μυστικά και ακατάληπτα, όπως προαναφέρθηκε, τη χάρη και τη δύναμη Του. Βλέποντας ο πιστός το σχήμα του σταυρού, κάνοντας το σημείο του σταυρού, προσκυνώντας τον «τύπον» και το σύμβολο του σταυρού, βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και προσκυνά τον εσταυρωμένο Ιησού. «Δεν ασπαζόμαστε το σταυρό σα Θεό, αλλά δείχνοντας τη γνήσια διάθεση της ψυχής μας προς τον Εσταυρωμένο», γράφει, για το θέμα αυτό, ο άγιος Ιερώνυμος. Και ο άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός διευκρινίζει ότι, εκτός από το τίμιο Ξύλο, «προσκυνούμε και τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, αν και είναι από διαφορετική ύλη κατασκευασμένος, όχι βέβαια τιμώντας την ύλη, μη γένοιτο, αλλά τον τύπο, σαν σύμβολο του Χριστού».
Ή αρχή της τιμής προς το σημείο του σταυρού χάνεται στα βάθη της χριστιανικής αρχαιότητος, μια και μας παραδίδεται ήδη από τους αποστολικούς χρόνους.
Ό απόστολος Παύλος διακηρύσσει: «Έμοί δε μη γένοιτο καυχασθαι εί μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι' ού έμοί κόσμος έσταύρωται κάγώ τω κοσμώ».
Ό απόστολος Πέτρος καταδικάστηκε σε θάνατο σταυρικό, όπως ο Κύριος. Τόσο τιμούσε όμως το σημείο του σταυρού, ώστε ικέτευε τους δήμιους του: «Δεν είμαι άξιος να με σταυρώσετε όρθιο, όπως το Χριστό μου. Εκείνος σταυρώθηκε έτσι για να βλέπει στη γη, επειδή θα πήγαινε στον άδη να ελευθερώσει τίς ψυχές, πού βρίσκονται εκει. Εμένα όμως να με σταυρώσετε με το κεφάλι κάτω, για να βλέπω τον ουρανό, όπου πρόκειται να πάω».
Ό απόστολος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, όταν αντίκρυσε το σταυρό του μαρτυρίου του (σχήματος Χ), αναφώνησε με δέος καί συγκίνηση: «Χαίρε, σταυρέ, που με το σώμα του Χριστού αγιάστηκες και με τα μέλη του, σαν με μαργαριτάρια, στολίστηκες! Πρίν καρφωθεί επάνω σου ο Κύριος μου, ήσουνα φοβερός για τους ανθρώπους. Τώρα όμως, όλοι οι πιστοί γνωρίζουν πόση χάρη είναι κρυμμένη μέσα σου. Άφοβα και χαρούμενα σε πλησιάζω. Πρόθυμα δέξου με κι εσύ, το μαθητή του εσταυρωμένου Χριστού... "Ω μακάριε και παμπόθητε σταυρέ, πάρε με από τους ανθρώπους και παράδωσε με στο Δάσκαλο μου!».
Την αρχαιότητα της χρήσεως του σημείου του σταυρού επιβεβαιώνει και ένας από τους μεγάλους απολογητές του 2ου μ.Χ αιώνα, ο Τερτυλλιανός, πού γράφει: «Όπουδήποτε κι αν πρόκειται να φθάσουμε, για οπουδήποτε κι αν πρέπει να ξεκινήσουμε, όταν φθάνουμε και όταν ξεκινούμε, όταν βάζουμε τα παπούτσια μας, όταν πλενόμαστε, όταν τρώμε, όταν ανάβουμε το λυχνάρι, όταν πέφτουμε στο κρεβάτι, όταν καθόμαστε στο σκαμνί, όταν αρχίζουμε κάποια συζήτηση, κάνουμε το σημείο του σταυρού».
Ο ίδιος ό Κύριος, με υπερφυσικά γεγονότα και θαυμαστές αποκαλύψεις, φανέρωσε σε διάφορες περιστάσεις, με τρόπο κραυγαλέο, πώς το σημείο του σταυρού αποτελεί το σύμβολο Του και το αήττητο τρόπαιο των πιστών. Από τα αναρίθμητα παραδείγματα πού διασώζουν ή εκκλησιαστική ιστορία, οι άγιοι Πατέρες και τα συναξάρια των αγίων, παρουσιάζουμε ένα μικρό μέρος.
Ό γνωστός εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας σύγχρονος του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, περιγράφει εναργέστατα και αδιάψευστα το πασίγνωστο περιστατικό της εμφανίσεως, στον Κωνσταντίνο, του φωτεινου σταυρού, με την επιγραφή «Εν Τούτω Νίκα», και μάλιστα μέρα μεσημέρι, με μάρτυρες όλους τους άνδρες του στρατεύματος του.
Όταν ήταν βασιλιάς ό Κωνστάντιος, γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ό άγιος Κύριλλος, αναφέρει ο ίδιος ο Κύριλλος, ότι την ήμερα εκείνη (7 Μαΐου 346, περίοδος Πεντηκοστής), γύρω στην τρίτη ώρα (9 π.μ.), φάνηκε στον ουρανό το σημείο του τιμίου σταυρού, τεράστιο, όλοφώτεινο, εκτεινόμενο από τον άγιο Γολγοθά μέχρι το όρος των Ελαιών. Δεν το είδαν ένας και δύο, αλλά όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων. Και δεν φάνηκε για μια στιγμή μόνο, μα για ώρες πολλές κρεμόταν στο στερέωμα. Και ήταν τόσο λαμπρό, ώστε ξεπερνούσε στη λάμψη τις ακτίνες του ήλιου, γι' αυτό και μπορούσαν να το δουν φανερά μέρα μεσημέρι. Βλέποντας αυτό το θαύμα ό λαός της πόλεως έτρεξε στο ναό της Αναστάσεως, για να δοξάσουν μ' ένα στόμα τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Την ανάμνηση «του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού» εορτάζει ή Εκκλησία στις 7 Μαΐου, ημέρα της εμφανίσεως του.
Για να αιτιολογηθεί με περισσότερα στοιχεία ή τιμή πού αποδίδει στο σταυρό ή Εκκλησία, και για να φανεί παραστατικά ή δύναμη του σημείου του σταυρού, ως σημείου του Χριστού, θα αναφερθούν μερικά σποραδικά θαύματα, από τα συναξάρια των αγίων, πού έγιναν κατά καιρούς μ' αυτό το πανίερο σύμβολο.
Ό άγιος Ιωάννης ό Θεολόγος, θεράπευσε στην Πάτμο τον παράλυτο ειδωλολάτρη Ιερέα του Απόλλωνα, σφραγίζοντας τον με το σημείο του σταυρού.
Ό άγιος Αντώνιος ο Μέγας, θέλοντας να καταισχύνει κάποιους ειδωλολάτρες σοφούς, πού πήγαν να τον πειράξουν, έφερε μπροστά τους μερικούς δαιμονισμένους καί είπε: «Η καθαρίστε τους εσείς με τους συλλογισμούς σας και μ' οποιαδήποτε άλλη τέχνη ή μαγεία θέλετε, επικαλούμενοι τα είδωλα σας, ή, αν δεν μπορείτε, παραιτηθείτε από την πολεμική εναντίον μας, και θα δείτε τη δύναμη του σταυρού του Χριστού!». Και την ίδια στιγμή επικαλέστηκε τον Κύριο, σφραγίζοντας τους δαιμονισμένους τρεις φορές με το σημείο του σταυρού. Αμέσως εκείνοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια και σηκώθηκαν θεραπευμένοι, δοξάζοντας το Θεό.
Ό Μέγας Βασίλειος, όταν ό αρειανόφιλος βασιλιάς Ουάλης διέταξε να παραδοθεί ο καθεδρικός ναός της Νικαίας στους αιρετικούς αρειανούς, ζήτησε ν' αφήσουν το Θεό ν' αποφανθεί για το ζήτημα. Πρότεινε να κλείσουν το ναό, κι έπειτα να προσευχηθούν τόσο οι αιρετικοί όσο και οι ορθόδοξοι. Και αν ανοίξει με την προσευχή των ορθοδόξων, να παραμείνει σ' αυτούς. Αλλιώς, αν δηλαδή ανοίξει με την προσευχή των αρειανών ή ακόμα κι αν δεν ανοίξει καθόλου, να τον πάρουν οι αιρετικοί. Και έτσι έγινε. Αλλά οι προσευχές των αιρετικών δεν καρποφόρησαν. Αντίθετα, μόλις ο άγιος Βασίλειος σχημάτισε τρεις φορές το σημείο του σταυρού πάνω στην κλειστή πύλη του ναού λέγοντας: «Εύλογητός ό Θεός των χριστιανών είς τους αιώνας των αιώνων», αμέσως έσπασαν οι μοχλοί κι ανοίχτηκαν τα θυρόφυλλα. Έτσι η εκκλησία παρέμεινε στους ορθοδόξους. Με το σημείο του σταυρού θεράπευε τους αρρώστους, πού έτρεχαν κοντά του για να βρουν την υγεία τους, ο άγιος Θαλλελαίος.
Με το σημείο του σταυρού ό όσιος Ανδρέας ό δια Χριστόν σαλός και ό άγιος Ζαχαρίας ό σκυτοτόμος άνοιγαν τίς νύχτες τίς κλειδωμένες πύλες των εκκλησιών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου πήγαιναν και προσεύχονταν κρυφά από τους ανθρώπους, και με τον ίδιο τρόπο τις έκλειναν πάλι φεύγοντας.
Αλλά δεν έχουν τέλος τα θαύματα του σταυρού. Ένα διαρκές, επαναλαμβανόμενο θαύμα είναι το θαύμα του αγιασμού. Μόνο ή Όρθόδοξη Εκκλησία, ή κιβωτός της αληθείας, έχει αυτό το θεϊκό δώρο και προνόμιο. Μόνο ή Εκκλησία μας έχει αγιασμό. Με τη σταυροειδή ευλογία του ιερέα και την τριπλή σταυροειδή βύθιση του σταυρού στο νερό, αυτό αγιάζεται και γίνεται «ιαματικόν ψυχών και σωμάτων, και πάσης αντικείμενης δυνάμεως άποτρεπτικόν», ενώ, επιπλέον, παραμένει ακέραιο και αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο!
Έχει δίκιο, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης που γράφει: «Ο σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού, του Υίού του Θεού. Γι' αυτό και το σημείο του, και η σκιά του ακόμα μόνη, προκαλούν τρόμο στους δαίμονες, γιατί είναι το σημείο του Χριστού, γιατί είναι ή σκέπη του εσταυρωμένου. Γι' αυτό αρκεί να βυθίσει κανείς το σταυρό στο νερό για να το αγιάσει. Μετά απ' αυτό, το νερό γίνεται ιαματικό και διώχνει τα δαιμόνια».
Είδαμε λοιπόν, με όλα όσα πολύ συνοπτικά εκθέσαμε ως εδώ, να αιτιολογείται και κατανοείται απόλυτα η μεγάλη τιμή με την οποία περιβάλλει η Εκκλησία το σημείο του σταυρού, καθώς και τη συχνότατη χρήση του τόσο στη θεία λατρεία όσο και στην καθημερινή ζωή των πιστών.
Κατά την τέλεση της Θείας λειτουργίας, σε όλες τις κινήσεις του λειτουργού, από το «Ευλογημένη ή Βασιλεία» μέχρι το «Δι' ευχών», κυριαρχεί το σημείο του σταυρού.
Σε όλες τις λατρευτικές πράξεις και τελετές, όπου γίνεται λόγος για ευλογία, κατά την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, πρέπει να σχηματίζεται από τον ιερέα «σταυρού τύπος».
Όπου κι αν στρέψει κανείς τη ματιά του, μέσα κι έξω από τον ορθόδοξο ναό, θα δει το σημείο του σταυρού αποτυπωμένο: στη ναοδομία, στην εικονογραφία, στην εκκλησιαστική διακοσμητική, στα λειτουργικά βιβλία, στα ιερά άμφια και σκεύη.
Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή όλοι οι πιστοί διαφυλάσσουμε σαν πολύτιμη πνευματική και αγιαστική παρακαταθήκη την ιερή συνήθεια της χρήσεως του σημείου του σταυρού.
Οί ευσεβείς χριστιανοί κάνουν πολύ συχνά το σταυρό τους. Το πρωί που σηκώνονται από τον ύπνο, στη διάρκεια όλων των προσευχών τους, όταν φεύγουν από το σπίτι τους, όταν περνούν μπροστά από ιερού ναούς, όταν αρχίζουν κάποια εργασία, όταν τελειώνουν την εργασία, πριν πιουν νερό ή άλλο ποτό, πριν από το φαγητό, μετά το φαγητό, πριν κατακλιθούν για ύπνο, όταν ακούσουν είτε ευχάριστη είτε δυσάρεστη είδηση. Σε κάθε περίσταση, εύκαιρα ή άκαιρα, το σημείο του σταυρού!... Η ημέρα του πιστού αρχίζει με το σταυρό και τελειώνει με το σταυρό. Αλλά και αντίστροφα, η νύχτα του αρχίζει και τελειώνει πάλι με το σταυρό.
Πολλές φορές επίσης οι χριστιανοί καταφεύγουν στο ναό αναζητώντας τον ιερέα για να τους «σταυρώσει», δηλαδή να τους ευλογήσει σταυροειδώς (είτε με σταυρό είτε με άλλο ιερό σκεύος ή άμφιο), προκειμένου να ενισχυθούν εναντίον των πειρασμών ή ν' ανακουφιστούν από κάποια ασθένεια.
Τόσο μεγάλη είναι ή δύναμη του σημείου του σταυρού, σημείου του παντοδύναμου Υιού του Θεού. Τόσο μεγάλη είναι η χάρη που κλείνει μυστικά μέσα του. "Όπως συνοπτικά και παραστατικά διατυπώνει ό άγιος Μακάριος Μόσχας, «πολλές φορές, ένα και μόνο σημείο του σταυρού, που γίνεται με πίστη καί έντονα βιώματα, είναι ισχυρότερο από πολλά λόγια προσευχής μπροστά στο θρόνο του Ύψιστου. Σ' αυτό υπάρχει το φως που καταυγάζει την ψυχή, ή ιαματική δύναμη που θεραπεύει τα ασθενή ματα των ψυχών και των σωμάτων, η μυστική δύναμη που αντιδρά σε κάθε βλάβη. Ταράζουν την ψυχή σου ακάθαρτοι λογισμοί και επιθυμίες; Περιτειχίσου με το σημείο του σταυρού, διπλασίασε και τριπλασίασε αυτό το τείχος, και οι ακάθαρτοι λογισμοί θα δαμαστούν. Κατατυραννιέται η καρδιά σου από τη μελαγχολία και τη θλίψη; Σε κυριεύει ο φόβος ή σε περιστοιχίζουν οι πειρασμοί; Αισθάνεσαι τις πονηριές των αοράτων εχθρών; Κατάφυγε σ' αυτή τη δύναμη του σταυρού, και η ειρήνη της ψυχής θα ξαναγυρίσει, οι πειρασμοί θ' απομακρυνθούν, η παρηγοριά της χάριτος του Θεού και η πνευματική ευφροσύνη θα πλημμυρίσουν την καρδιά σου».
Μετά από όλα αυτά, όμως, εύλογα μας γεννιέται το ερώτημα:
Αν έχει τόση χάρη και τόση δύναμη το σημείο του σταυρού, γιατί δεν μπορούμε κι εμείς όλοι να μετέχουμε στις ευλογίες και στις δωρεές του;
Και εδώ, όπως και σε πολλά άλλα ζητήματα της ζωής μας, η απάντηση είναι, μάλλον, απλή. Επειδή δεν το χρησιμοποιούμε σωστά. Ίσως γιατί είμαστε όλιγόπιστοι και χλιαροί. Δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού με ζωντανή πίστη στον εσταυρωμένο Κύριο και στη δύναμη της χάριτος του σταυρού Του. Ίσως γιατί δεν έχουμε ταπεινοφροσύνη και υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε υπερηφάνεια, θεωρώντας τις συνέπειες αυτής της θείας δυνάμεως σαν δικά μας κατορθώματα. Ίσως για τη σκληροκαρδία, την αμαρτωλότητα και την αμετανοησία μας. "Όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πρέπει «να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίες και αμόλυντο, και τότε, ωσάν κάνωμεν τον σταυρόν, κατακαίεται ό διάβολος καί φεύγει. Είδε καί είμεσθεν μεμολυσμένοι με αμαρτίες, δεν πιάνεται ο σταυρός όπου κάνομεν... και τότε οί δαίμονες δεν φοβούνται».

Τέλος, ίσως, δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού σωστά, με τον τρόπο που μας έχει παραδώσει η αγία Εκκλησία, προσβάλλοντας έτσι την ιερότητά του και τον ίδιο τον Κύριο.
Αυτό το τελευταίο οφείλουμε να το προσέξουμε πολύ. Πάρα πολύ. Όλοι μας, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, είμαστε ένοχοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, για απρόσεκτη ή μηχανική ή και ασεβή εκτέλεση του σημείου του σταυρού πάνω στο σώμα μας.
Όρισμένοι κινούν βιαστικά το χέρι πάνω στο στήθος ή και στον αέρα, χωρίς ν' ακουμπούν καθόλου το σώμα τους, άλλοτε σχηματίζοντας τρίγωνο ή Χ, και άλλοτε παίζοντας, θαρρείς, κιθάρα. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς μια τέτοια άσκοπη και ακατανόητη κίνηση, που φτάνει στα όρια της βλασφημίας; Βαρύς μα αληθινός είναι ό λόγος του ιερού Χρυσοστόμου, πού γράφει κάπου ότι «ο ίδιος ό διάβολος κινεί το χέρι των απρόσεκτων αυτών χριστιανών, για να χλευάσει το πανίερο σύμβολο του τιμίου σταυρού καί για να κολάσει τους ίδιους».
Κάποιοι χριστιανοί πάλι πέφτουν σε άλλο σφάλμα. Είναι εκείνοι που έρχονται στην Εκκλησία, στέκονται συνήθως σε εμφανή σημεία και εκεί, μπροστά σε όλους, ως άλλοι Φαρισαίοι, με κουφή επιδεικτικότητα, σπάζουν τη μέση σε βαθειές μετάνοιες, απλώνουν ανεξέλεγκτα τα χέρια πέρα-δώθε και σταυροκοπιούνται με κινήσεις πληθωρικές, αδιάκριτες, κάποτε μάλιστα και γελοίες...
Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία χριστιανών, πού αποφεύγουν εντελώς να κάνουν το σημείο του σταυρού, και μάλιστα δημόσια. Είναι εκείνοι που ντρέπονται να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό και στο σταυρό Του. Φοβούνται την ειρωνεία, την περιφρόνηση, τη χλεύη των ανθρώπων του κόσμου. Αγαπούν, όπως γράφει ό άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης, «την δόξαν των ανθρώπων μάλλον την δόξαν του Θεού». Αν ανήκουμε σ' αυτούς, ας θυμηθούμε τη σθεναρή στάση των αποστόλων Πέτρου και Ιωάννη μπροστά στο Συνέδριο των Ιουδαίων «πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις», την παραγγελία του αποστόλου Παύλου, «μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω» καθώς καί τη σοβαρή προειδοποίηση του Κυρίου, «πας ούν όστις ομολογήσει εν έμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αύτω έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς· όστις δ' αν άρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, άρνήσομαι αυτόν κάγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ούρανοίς».
Και, πέρα απ’ αυτά, ας συνειδητοποιήσουμε ότι στερούμε τον εαυτό μας και από ένα πανίσχυρο όπλο κατά των πειρασμών, των παθών, των ασθενειών και των δαιμόνων. Ας προσέξουμε τι μας συμβουλεύει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Μη ντρεπόμαστε το σταυρό του Χριστού. Κι αν άλλος ντρέπεται και τον κρύβει, εσύ κάνε φανερά το σταυρό σου, για να δουν οί δαίμονες το σημείο αυτό του βασιλιά Χριστού, και να φύγουν μακριά τρέμοντας. Κάνε μάλιστα το σημείο του σταυρού συχνά, είτε τρως, είτε πίνεις, είτε κάθεσαι, είτε ξαπλώνεις, είτε σηκώνεσαι, είτε μιλάς, είτε περπατάς, κοντολογής σε κάθε περίσταση. Γιατί όποιος σταυρώνεται εδώ στη γη, βρίσκεται νοερά πάνω στον ουρανό...
Είναι μεγάλο το φυλακτήριο.
Δωρεάν το παίρνουν οι φτωχοί και άκοπα οι άρρωστοι, επειδή η χάρη του προέρχεται από το Θεό. Σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων».

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2006

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ


Τον 1ο αιώνα μ.Χ. συναντήθηκαν τα δύο μεγάλα ρεύματα της ύστερης αρχαιότητας, ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός. Αναρίθμητοι είναι οι τομείς αντιπαράθεσης αλλά εξίσου πολυάριθμοι και οι τομείς προσέγγισης και δημιουργικής σύνθεσης.
Ένας από τους τομείς, πραγματικά μεγάλης αντιπαράθεσης, ήταν και το θέμα για τη δημιουργία ή όχι του κόσμου. Κόσμος λοιπόν ή κτίση; Προϋπάρχουσα ύλη ως αιτία δημιουργίας ή δημιουργία «εκ του μή όντος» από ένα υπερβατικό Θεό;
Η αρχαία ελληνική σκέψη, όταν αναφέρεται γενικά, στη σχέση Θεού – κόσμου, δεν μπορεί να δεχτεί την έννοια της δημιουργίας, γιατί με τον τρόπο αυτό θα δεχόταν την άποψη ότι ο κόσμος έχει κάποια αρχή. Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική αντίληψη (Αναξαγόρας), ο κόσμος δημιουργήθηκε από κάτι το οποίο προϋπήρχε, κάποια αδιαμόρφωτη ύλη. Δεν υπήρχε περίπτωση ο κόσμος να δημιουργήθηκε από κάποιον άλλον ο οποίος να βρίσκεται εκτός του κόσμου, έναν υπερβατικό Θεό και κυρίως δε δημιουργήθηκε «εκ του μηδενός».
Ακόμη και στην περίπτωση του Πλάτωνα, όπου γίνεται αναφορά σε ένα δημιουργό Θεό [1], ο οποίος όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι υπερβατικός, ούτε ότι δημιουργεί με την ελεύθερη θέλησή του, γιατί, για να δημιουργήσει τον κόσμο χρησιμοποίησε μια προϋπάρχουσα αιώνια ύλη[2]. Αυτός ο Θεός, δημιουργεί ουσίες σχηματίζοντας την άμορφη ύλη, η οποία μπορεί να δεχτεί όλα τα δυνατά σχήματα και ποιότητες. Η ύλη αυτή, το «μη όν», είναι μια καθαρή δυνατότητα της ύπαρξης, της δημιουργίας και έρχεται σε αντίθεση με το απόλυτο χάος που είναι το «ούκ όν». [3] Έτσι, στη σκέψη του Πλάτωνα, αλλά και όλου του αρχαίου κόσμου, βλέπουμε, ότι από το μηδέν τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει. Πάντοτε πρέπει να υπάρχει κάτι. Ο Θεός είναι κι αυτός ένα μέρος του κόσμου. Στο κοσμοείδωλο λοιπόν του αρχαίου κόσμου, ο Θεός του Πλάτωνα φαίνεται να είναι ένας Θεός που παίζει το ρόλο ενός κοσμήτορα, ενός διακοσμητή. Γι’ αυτό και η λέξη κόσμος στην αρχαιοελληνική αντίληψη, έχει την έννοια της τάξης, του κοσμήματος, του ωραίου.
Το χάος είναι μια λέξη που δεν αρέσει στο Έλληνα. Το απεχθάνεται, αντιπαθεί το ά-σχημον (το χωρίς σχήμα, μορφή), αλλά λατρεύει την αρμονία. Του αρέσει το καλό, το ωραίο, το αρμονικό, το «καλόν καγαθόν». Γι’ αυτό και ο δημιουργός Θεός του Πλάτωνα, ή το «Αγαθόν» των Νεοπλατωνικών ή το «Έν» των Στωικών, επιχειρεί να σχηματοποιήσει την άμορφη πρώτη ύλη του κόσμου. Αυτός ο Θεός δεν θα ήταν το «Αγαθόν» αν δε διαμόρφωνε και δε σχηματοποιούσε το χάος σε κόσμο (στολίδι). Το αδιαμόρφωτο είναι ά-σχημο (χωρίς σχήμα, αδιαμόρφωτος) και ένας ά-σχημος κόσμος δεν έχει θέση στην αρχαιοελληνική σκέψη. Η έννοια του «αγαθού», λοιπόν, στην Ελληνική σκέψη, συνδέεται άρρηκτα με το ωραίο, το όμορφο, το αρμονικό
Στην βιβλική διδασκαλία της δημιουργίας του κόσμου, έχουμε μία θεώρηση εντελώς διαφορετική με την αντίληψη του αρχαιοελληνικού κόσμου. Όταν μιλούμε και αναφερόμαστε στη δημιουργία του κόσμου, δεν αναφερόμαστε σε κάποια φιλοσοφική αλήθεια, αλλά σε κάτι το πραγματικό, στο οποίο πιστεύουμε και το οποίο ομολογούμε ως ορθόδοξοι χριστιανοί: «Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού καί γης, ορατών τε πάντων και αοράτων»[4].
Η Δημιουργία του κόσμου, η «εκ του μηδενός» δημιουργία, είναι μια πράξη που παράγει κάτι (την κτίση) που βρίσκεται εκτός του Θεού, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τη θεία φύση Του (του Θεού) ούτε με κάποια προϋπάρχουσα ύλη ούτε με τη δυνατότητα ύπαρξης κάποιου κτίσματος εκτός του Θεού. Η δημιουργία του Θεού του χριστιανισμού, σε αντιδιαστολή με τη δημιουργία του Θεού του Πλάτωνα, δεν είναι αποτέλεσμα μια αναγκαιότητας της θείας φύσεως, αλλά αποτέλεσμα της ελεύθερης θέλησής Του. Το κτίσμα (σύμπαν, άνθρωπος), επομένως θα είναι ένα όν μεταβλητό, που μπορεί να περάσει από τη μία κατάσταση στην άλλη. Δεν βασίζεται στον εαυτό του, αφού δημιουργήθηκε από το μηδέν, ούτε δημιουργήθηκε από τη Θεία ουσία, ούτε ο Θεός αναγκαστικά ή νομοτελειακά το δημιούργησε.
Ο κόσμος, το σύμπαν θα μπορούσε να μην υπάρξει. Ο Θεός θα μπορούσε να μη τον δημιουργήσει. Αυτή λοιπόν η ελεύθερη πράξη του Θεού, αποτελεί και το θεμέλιο των όντων.[5]
Η δημιουργία πραγματοποιείται γιατί ο Θεός θέλει να υπάρχει και κάτι άλλο έξω από τον εαυτό Του, με το οποίο να μπορεί να έχει μία διαλεκτική σχέση, να υπάρχει κάτι το οποίο δεν υπήρχε πριν. Γι’ αυτό, στην Ευχή της Αναφοράς της Θείας Λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ομολογούμε με χαρακτηριστικό τρόπο: «Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες…».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη οντολογική διαφορά ανάμεσα στην αρχαιοελληνική σκέψη για τον κόσμο και τη δημιουργία του και στη βιβλική και πατερική διδασκαλία περί Δημιουργίας της κτίσεως. Για τον Θεό του χριστιανισμού, η δημιουργία είναι μια πράξη οντολογική, δηλαδή μια πράξη με την οποία δημιουργεί μια άλλη ύπαρξη η οποία βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση στην απόλυτα οντολογική της μορφή. Αυτή λοιπόν η ύπαρξη, αυτό το «όν» είναι ένα δώρο ελευθερίας και όχι κάτι το αυθύπαρκτο. Παραπέμπει στην ελευθερία κάποιου άλλου και όχι στον ίδιο του τον εαυτό. Αντίθετα, σύμφωνα με την αρχαιοελληνική αντίληψη και ιδιαίτερα την αντίληψη του Πλάτωνα, για το δημιουργό Θεό, εδώ έχουμε ένα Θεό ο οποίος ως μοναδική πράξη του έχει τη δυνατότητα μορφοποίησης και σχηματοποίησης της ά- μορφης (χωρίς μορφή) και ά-σχημης ύλης, σε ένα κόσμο ο οποίος θα είναι καλός, όμορφος, αισθητικά αρμονικός και σε τάξη. Το απόλυτο μηδέν, το «ούκ είναι» για τον Έλληνα δεν υπάρχει ως σκέψη, ως αντίληψη. Το «τίποτε» προσπαθεί να το διώξει από τη σκέψη του. Γι’ αυτό το λόγο η δημιουργία στην αρχαιοελληνική σκέψη είναι μια πράξη αισθητική. Στο κοσμοείδωλο του Ελληνισμού, ο κόσμος δεν είναι αποτέλεσμα ελευθερίας βούλησης, αλλά μάλλον μια εξαναγκαστική ενέργεια «αμυδράς και ισχνής μορφής μιας κακής αντανακλάσεως του Θεού»[6].
Μια τέτοια σχέση ανάμεσα στο δημιουργό Θεό και στο δημιούργημα του (κόσμο) χαρακτηρίζεται από την αυθυπαρξία και την κλειστότητα. Το κλειστό αυτό σύστημα, μέσα στο οποίο συνυπάρχουν τα πάντα (η αδιαμόρφωτη ύλη, ο Θεός, ο κόσμος) χαρακτηρίζεται ως ένα ολιστικό σύστημα. Έτσι, σε μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων οι έννοιες «κτιστό» και «άκτιστο» δεν έχουν νόημα ύπαρξης Στο παγανιστικό κοσμοείδωλο η έννοια του άκτιστου θα μπορούσε να υπάρχει μόνο ως κάτι το ά-σχημο και το ά-μορφο. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατον αφού ο κόσμος είναι τέλειος και αρμονικός.
Διαλεκτική θεώρηση του παραπάνω σχήματος μπορούμε να έχουμε μόνο στη βιβλική και πατερική αντίληψη της Δημιουργίας. Το κτιστό (σύμπαν, άνθρωπος), ως αποτέλεσμα της ενέργειας της θείας βουλήσεως, δεν είναι κάτι το αυθύπαρκτο, αλλά έχει ένα σημείο επαφής με τη θεότητα. Η ύπαρξη των όντων είναι γενικά «προϊόν» ελευθερίας αλλά και αποτέλεσμα αγάπης. Μια τέτοια θεώρηση σίγουρα δίνει το κάτι διαφορετικό σε ολόκληρη την ύπαρξη. Ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ του μηδενός για να μετάσχει στο πλήρωμα της θείας ζωής, γιατί αυτός είναι και ο προορισμός του. Αυτή την ένωση, καλείται το «κτιστόν» να την πραγματοποιήσει με την ελεύθερη βούλησή του. Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου (κτιστόν) με την ελεύθερη βούληση του Θεού (άκτιστον).
Το «κτιστό» όμως είναι από τη φύση του κάτι το φθαρτό, το εφήμερο. Περικλείει μέσα του την απειλή του πλήρους και απόλυτου αφανισμού. Ο θάνατος είναι η διαρκής απειλή του. Δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα ούτε δύναμη επιβίωσης. Ο θάνατος δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί χάρη στην αθανασία της ψυχής. Οτιδήποτε δίνει στο «κτιστό» μόνιμα τη δυνατότητα ύπαρξης, αναιρεί τη διαλεκτική σχέση «κτιστού» - «άκτιστου». Ούτε οι ηθικές ή οι δικανικές λύσεις ούτε και ο ευσεβισμός μπορούν να δώσουν απάντηση. «Ο κόσμος είναι τόσο κτιστός ώστε να μη να μη μπορεί να ζήσει μόνος του, αλλά και τόσο αγαπητός από το Θεό ώστε να πρέπει να ζήσει. Ο θάνατος, ο “έσχατος εχθρός” της υπάρξεως πρέπει να υπερνικηθεί»[7].
Για να μπορέσει το «κτιστό» να αποφύγει τη «μοίρα» του, χρειάζεται ένας νέος τρόπος ύπαρξης. Αυτόν το νέο τρόπο ύπαρξης, χάρισε στον «κτιστό» κόσμο η ενανθρώπιση του Λόγου, με την οποία ο Θεός κατέρχεται στον κόσμο και ο άνθρωπος ανυψώνεται προς τη θεία πληρότητα. Έτσι αγκάλιασε όλη την ανθρώπινη, την κτιστή, τη φθαρτή πραγματικότητα. Έφτασε, ο Θείος Λόγος, μέχρι τα έσχατα όρια του «κτιστού κόσμου", θεώνοντας την «κτιστή του» φύση και επαναφέροντας τη στο αρχέγονο μεγαλείο, αποκαθιστώντας την απόλυτη διαλεκτική σχέση και επικοινωνία ανάμεσα στο «κτιστό» και το «άκτιστο».Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε, ότι ο Δημιουργός Θεός της Πλατωνικής αντίληψης, είναι ένας Θεός ο οποίος δε δημιουργεί με πλήρη ελευθερία βούλησης, αλλά ωθούμενος από κάποια αναγκαιότητα χρησιμοποιώντας μια προϋπάρχουσα ύλη. Στη φαρέτρα της ελληνικής διανόησης το «τίποτε» το «ούκ όν» δεν υπάρχει. Τα πάντα έχουν μια αιτιότητα. Ο οντολογικός αυτός μονισμός οδηγεί την ελληνική φιλοσοφική σκέψη στην έννοια του κόσμου, της αρμονικής δηλαδή συνύπαρξης των όντων μεταξύ τους. Θα μπορούσαμε εύκολα να τον παρομοιάσουμε με ένα διακοσμητή που προσπαθεί να παρουσιάσει ένα άψογο αισθητικό αποτέλεσμα, τοποθετώντας τα πάντα με τάξη. Τίποτε το ά-σχημο και το ά-μορφο δεν υπάρχει, αντίθετα, υπάρχει ένας εσωτερικός δυναμισμός και μια εσωτερική πληρότητα, ένας κόσμος πραγματικά «καλός» και «θείος». Φυσικά και ο Πλατωνικός Θεός, όπως αναφέρεται στον Τίμαιο, δε ξεφεύγει από το ολιστικό κλειστό κοσμοείδωλο του αρχαίου κόσμου, όπου τα πάντα (Θεός, κόσμος, αιώνια ύλη) συνυπάρχουν κατ’ οντολογική αναγκαιότητα, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό οποιαδήποτε διαλεκτική σχέση.
Η βιβλική και πατερική διδασκαλία, μας μιλάει για μια πράξη καθαρά οντολογική που βασίζεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον άκτιστο Δημιουργό και στο κτιστό δημιούργημα, σε αντίθεση με την κοσμοθεωρία του ελληνισμού που δεν την επιτρέπει. Σ’ αυτή την παγανιστική κοσμοθεωρία, η «ελευθερία» υπάγεται στο αγαθό.
Το κτιστό όμως έχει την ανάγκη του άκτιστου για να μπορέσει να υπάρξει πραγματικά. Ο Θεός του χριστιανισμού ελεύθερα δημιουργεί κάτι άλλο εκτός από τον εαυτό του. Το δημιουργεί «εκ του μηδενός» και η αιτία της δημιουργίας δεν είναι κάποια φυσική αναγκαιότητα, αλλά η αγάπη που πηγάζει από την ελευθερία και η ελευθερία που εκφράζεται ως αγάπη.[8]
[1] Στον διάλογο του Πλάτωνος «Τίμαιος»[2] Την ίδια αντίληψη αναφέρει και ο Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά του.
[3] VLADIMIR LOSSKY, Η μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1984
[4] 1ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, ή σύμβολον της Νικαίας 325μΧ.
[5] O.π. LOSSKI VLADIMIR 1984
[6] Ο. π. LOSSKI VLADIMIR 1984
[7] ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, «Χριστολογία και ύπαρξη», άρθρο στο περιοδικό Σύναξη, τ.2, 1982
[8] Ο.π ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, 1982

ΗΕΙΚΌΝΑ ΕΊΝΑΙ ΑΠΌ: www.saint.gr

Google+ Badge

Μήνυμα ενάντια στη λογοκλοπή

Μήνυμα ενάντια στη λογοκλοπή